Το σπήλαιο Μούγκρι είναι το μεγαλύτερο σε μήκος σπηλαιοβάραθρο του Κουλούκωνα, στο ύψωμα Κουφωτό και κοντά στο χωριό Σίσες, βρίσκεται βορειοδυτικά από τη μονή Βωσάκου και απέχει 44 περίπου χιλιόμετρα από το Ρέθυμνο.
Σε υψόμετρο 253μ. αναπτύσσεται μέσα στα κατώτερα μέλη της ομάδας των «Πλακωδών ασβεστολίθων» της περιοχής κατά μήκος ενός από πολλά ρήγματα που επηρέασαν την περιοχή. Εξερευνήθηκε και χαρτογραφήθηκε το 1992, με τα ευρήματα να αναδεικνύουν ότι χρησιμοποιήθηκε από τον άνθρωπο τουλάχιστον από τη μινωική εποχή και αποτελούσε λατρευτικό χώρο κατά την αρχαιότητα. Επίσης έχει βρεθεί επιγραφή εντός του σπηλαίου με λατινικά γράμματα. Οι θρύλοι που διασώζονται μέχρι σήμερα θέλουν το σπήλαιο να κατοικείται από διαβόλους.
Ξεκάθαρη εικόνα δεν υπάρχει ούτε ως προς το όνομα του. Οι θρύλοι λένε πως ο προσανατολισμός του σπηλαίου και η διπλή είσοδος του δημιουργούν σε αυτό περίεργους θορύβους, κάτι σαν μουγκρητά, όταν φυσάει νοτιάς χωρίς να αποκλείεται να έχει ονομαστεί έτσι από ντόπιο κάτοικο που έφερε σχετικό «παρατσούκλι» και το χρησιμοποιούσε για το σταυλισμό των ζώων του.
Σύμφωνα με την παράδοση πάντως υπήρξε χώρος διαμονής για τους καταδιωγμένους από τους πειρατές μοναχούς της Μονής Αγίων Πατέρων, πριν οικοδομηθεί το παρακείμενο μοναστήρι στο Βώσακο.
Το σπήλαιο είναι αρκετά εντυπωσιακό με πλούσιο τοιχωματικό διάκοσμο με ρευματόλιθους, κουρτίνες, σταλακτίτες, σταλαγμίτες, κοραλλοειδή και λιγοστούς ελικτίτες. Περιλαμβάνει συνολικά 5 μεγάλες αίθουσες και έντονη κλίση εδάφους που σε κάποια σημεία γίνεται κατακόρυφη. Αμέσως μετά την είσοδο, προχωρώντας μέσα από χαμηλό πέρασμα στα δεξιά, ανοίγεται μια μικρή αίθουσα όπου φωλιάζουν νυχτερίδες, ενώ ακριβώς μπροστά από την αίθουσα της εισόδου και στο βάθος, διακρίνεται η μεγάλη αίθουσα του σπηλαίου. Στην τελευταία και μεγαλύτερη αίθουσα υπάρχουν σχηματισμοί μεγάλων λιθωματικών λεκανών έως και 3 μέτρα, καθώς και άλλοι που φανερώνουν ότι σε άλλες εποχές το τμήμα αυτό βρισκόταν μέσα σε νερό.
Να σημειωθεί ότι η πρόσβασή του αφορά μόνο σε ειδικούς.
